Η ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ - ΑΚΡΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Η ΓΩΝΙΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ - ΑΚΡΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 

ΑΚΡΙΤΕΣ

Ακρίτες αποκαλούνταν από τους Βυζαντινούς οι φύλακες των συνόρων, που την εποχή εκείνη τα ονόμαζαν «άκρες».

Στους ακρίτες δωρίζονταν κτήματα για να τα καλλιεργούν και απαλλάσσονταν από τους φόρους, με μόνη υποχρέωση να φυλάσσουν τα σύνορα από τις επιδρομές  γειτονικών λαών Ήταν δηλαδή ένα είδος μόνιμων μισθοφόρων φρουρών και στρατιωτών.

Ο λαός τούς ένιωθε προστάτες του και επειδή τους θαύμαζε για την ανδρεία τους και τα κατορθώματά τους, τους ύμνησε στα ακριτικά τραγούδια.

 Ο Βασίλειος Διγενής Ακρίτας είναι ο γνωστότερος από τους ήρωες των ακριτικών τραγουδιών.

 Δεν πρέπει όμως να ξεχάσουμε και τους υπόλοιπους εξυμνούμενους ήρωες ακρίτες όπως, ο Ανδρόνικος, ο Αρμούρης, ο Βάρδας Φωκάς, ο Νικηφόρος, ο Πετροτράχηλος, ο Πορφύρης και άλλοι.

 

ΑΚΡΙΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 

Ο Θάνατος του Διγενή

(Κρητική παραλλαγή)

Ο Διγενής ψυχομαχεί* κι η γη* τονε τρομάσσει

βροντά κι αστράφτει ο ουρανός και σειέτ' ο απάνω κόσμός*

κι ο κάτω κόσμος* άνοιξε και τρίζουν τα θεμέλια,

κι η πλάκα* τον ανατριχιά πώς θα τόνε σκεπάσει,

πώς θα σκεπάσει τον αϊτό τση γης τον αντρειωμένο*.

Σπίτι δεν τον εσκέπαζε*, σπήλιο δεν τον εχώρει,

τα όρη εδιασκέλιζε*, βουνού κορφές* επήδα,

χαράκι* αμαδολόγαγε* και ριζιμιά* ξεκούνιε*.

στο βίτσιμα* ΄πιανε πουλιά, στο πέταμα γεράκια,

στο γλάκιο* και στο πήδημα τα λάφια* και τ' αγρίμια*.

Ζηλεύγει* ο Χάρος με χωσιά* μακρά τόνε βιγλίζει*,

κ' ελάβωσέ του την καρδιά και την ψυχή του πήρε.

 

ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

 

 Ο Κωσταντίνος ο μικρός κι' ο Αλέξης ο αντρειωμένος,

και το μικρό Βλαχόπουλο, ο καστροπολεμίτης,

αντάμα τρων και πίνουνε και γλυκοκουβεντιάζουν,

κι' αντάμα έχουν τους μαύρους των 'ς τον πλάτανο δεμένους.

Του Κώστα τρώει τα σίδερα, τ' Αλέξη τα λιθάρια,

και του μικρού Βλαχόπουλου τα δέντρα ξερριζώνει.

Κ' εκεί που τρώγαν κ' έπιναν και που χαροκοπούσαν,

πουλάκι πήγε κ' έκατσε δεξιά μεριά 'ς την τάβλα.

Δεν κελάϊδούσε σαν πουλί, δεν έλεε σαν αηδόνι,

μόν' ελαλούσε κ' έλεγε ναθρωπινή κουβέντα.

"Εσείς τρώτε και πίνετε και λιανοτραγουδάτε,

και πίσω σας κουρσεύουνε Σαρακηνοϊ κουρσάροι.

Πήραν τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,

και του μικρού Βλαχόπουλου την αρραβωνιασμένη."

Ώστε να στρώση ο Κωσταντής και να σελλώση ο Αλέξης,

ευρέθη το Βλαχόπουλο 'ς το μαύρο καβαλλάρης.

"Για σύρε συ Βλαχόπουλο 'ς τη βίγλα να βιγλίσης,

αν είν' πενήντα κ' εκατό χύσου μακέλλεψέ τους,

κι' αν είναι περισσότεροι, γύρισε μίλησε μας."

Επήγε το Βλαχόπουλο στη βίγλα να βιγλίση.

Βλέπει Τουρκιά Σαρακηνους κι' Αράπηδες κουρσάρους,

πλάγια κοκκινίζαν.

'ρχισε να τους διαμετράη, διαμετρημούς δεν είχαν.

Να πάη πίσω ντρέπεται, να πάη εμπρός φοβάται.

Σκύβει φιλεί το μαύρο του, στέκει και τον ρωτάει,

"Δύνεσαι, μαύρε μ', δύνεσαι 'ς το γαίμα για να πλέξης;

-Δύνομαι, αφέντη, δύνομαι 'ς το γαίμα για να πλέξω,

κι' όσους θα κόψη το σπαθί τόσους θενά πατήσω.

Μόν' δέσε το κεφάλι σου μ' ένα χρυσό μαντήλι,

μην τύχη λάκκος και ρηχτώ και πέσης απ' τη ζάλη.

-Σαΐτταις μου αλεξαντριαναίς, καμιά να μη λυγίσει,

και συ σπαθί μου διμισκί, να μην αποστομώσης.

Βόηθα μ', ευχή της μάννας μου και του γονιού μου βλόγια,

ευχή του πρώτου μ' αδερφού, ευχή και του στερνού μου.

Μαύρε μου, άιντε νά μπουμε, κι' όπου ο Θεός τα βγάλη!"

'Σ τα έμπα του μπήκε σαν αϊτός, 'ς τα ξέβγα σαν πετρίτης,

'ς τα έμπα του χίλιους έκοψε, 'ς τα ξέβγα δυο χιλιάδες,

και 'ς το καλό το γύρισμα κανένα δεν αφήνει.

Πήρε τ' Αλέξη τα παιδιά, του Κώστα τη γυναίκα,

και το μικρό Βλαχόπουλο την αρραβωνιασμένη.

Προσγονατίζει ο μαύρος του και πίσω του τους παίρνει.

'Στο δρόμο νοπού πήγαινε σέρνει φωνή περίσσα.

"Πού είσαι αδερφέ μου Κωσταντά κι' Αλέξη αντρεϊωμένε;

αν είστε εμπρός μου φύγετε κι' οπίσω μου κρυφτήτε,

τι θόλωσαν τα μάτια μου, μπροστά μου δε σας βλέπω,

και το σπαθί μου ερράγισε, κόβοντας τα κεφάλια,

κι' ο μαύρος λιγοκάρδισε πατώντας τα κουφάρια."

 

Η κλεφτοπούλα.

 

Ποιος είδε ψάρι 'ς το βουνό και θάλασσα σπαρμένη,

ποιος είδε κόρη λυγερη 'ς τα κλέφτικα ντυμένη;

Τέσσαρους χρόνους περπατεί μ' αρματωλούς και κλέφταις,

κανείς και δεν τη γνώρισε ναπό τη συντροφιά της.

Και μιαν αυγή και μια λαμπρή, μια πίσημον ημέρα

βγήκαν να παίξουν το σπαθί, να ρήξουν το λιθάρι.

Εκόπη τασημόκουμπο κ' εφάνη το βυζί της.

Κανένας δεν τη λόγιασε από τα παλληκάρια,

μα να μικρό κλεφτόπουλο σκυφτό χαμογελά της.

"Τι έχεις, βρε βλάμη, και γελά, τι έχεις και χαμοβλέπεις;

-Είδα τον ήλιο πόλαμψε κ' έφεξε το φεγγάρι,

είδα και το βυζάκι σου που είν' άσπρο σαν το χιόνι.

-Σώπα, μωρέ κλεφτόπουλο, μιλιά μη μολογήσης,

και να σε πάρω ψυχογιό, βαριά να σε πλουτίσω,

για να βαστάς το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι.

-Εγώ δε θέλω ψυχογιός, βαριά να με πλουτίσης,

για να βαστώ το νταμασκί και το χρυσό τουφέκι,

μόν' θέλω σε γυναίκα μου και να με πάρης άντρα.

-Που ειπή το "θέλω", εις εμέ πρέπει και νά ναι άξιος,

νά ναι πρωτοπαλλήκαρο και κλεφτοπολεμάρχος.

-Το ζήτημά σου είναι βαρύ, μα α θέλη ο θιός θα γίνη,

α θέλη ο θιός να μ' αγαπάς, ο πρώτος ούλων είμαι.

Δείξε μου πού ναι οι φωτιαίς, οι σπαθισμοί, τα βόλια,

κ' εγώ για την αγάπη σου θα πέσω πρώτος 'ς ούλα."

  

ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΩΡΙΑΣ

  

Όσα κάστρα κι' αν είδα και περπάτησα,

σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα.

Κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,

σαράντα οργυαίς του ψήλου, δώδεκα πλατύ,

μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,

με πόρτες ατσαλένιαις κι' αργυρά κλειδιά,

και του γιαλιοϋ η πόρτα στράφτει μάλαμα.

Τούρκος το τρογυρίζει χρόνους δώδεκα,

δεν μπορεί να το πάρη το ερημόκαστρο.

Κι' ένα σκυλί τουρκάκι, μιας 'Ρωμνιάς παιδί,

'ς τον Αμιρά του πάει και τον προσκυνάει.

"Αφέντη μ' Αμιρά μου και σουλτάνε μου,

αν πάρω γω το κάστρο τι είν' η ρόγα μου;

-Χίλια άσπρα την ημέρα κι' άλογο καλό,

και δυο σπαθιά ασημένια για τον πόλεμο.

-Ουδέ τάσπρα σου θέλω κι' ουδέ τα φλωριά,

ουδέ και τάλογό σου κι' ουδέ τα σπαθιά,

μόν' θέλω γώ τη κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.

-Ωσάν το κάστρο πάρης, χάρισμα κι' αυτή."

 

Πράσινα ρούχα βγάζει, ράσα φόρεσε.

 

Τον πύργο πύργο πάει και γυροβολάει,

'ς την πόρτα πάει και στέκει και παρακαλεί.

"Για άνοιξε άνοιξε πόρτα, πόρτα της Ωριάς,

πόρτα της μαυρομάτας της βασίλισσας.

-Φεύγα απ' αυτού, βρε Τούρκε, βρε σκυλότουρκε.

-Μα το σταυρό, κυρά μου, μα την Παναγιά,

εγώ δεν είμαι Τούρκος ουδέ Κόνιαρος,

είμαι καλογεράκι απ' ασκηταριό.

Δώδεκα χρόνους έχω οπ' ασκήτευα,

χορτάρι εβοσκούσα σαν το πρόβατο,

κ' ήρθα να πάρω λάδι για τοις εκκλησιαίς.

Για ανοίξετέ μου νά μπω του βαρόμοιρου.

-Να ρήξουμε τσιγγέλια να σε πάρουμε.

-Τα ράσα μου είναι σάπια και ξεσκίζονται.

-Να ρήξουμε το δίχτυ να σε πάρουμε.

-Είμαι από τη πείνα κι' άντραλίζουμαι."

 

Γελάστηκε μια κόρη, πάει, τον άνοιξε.

Όσο ν' ανοίξη η πόρτα, χίλιοι εμπήκανε,

κι' όσο να μισανοίξη, γέμισ' η αυλή,

κι' όσο να καλοκλείση η χώρα πάρθηκε.

Όλοι χυθήκαν 'ς τάσπρα, όλοι 'ς τα φλωριά,

και κείνος εις την κόρη, πού ναι 'ς τα γυαλιά.

Κ' ή κόρη από τον πύργο κάτω πέταξε,

μήτε σε πέτρα πέφτει, μήτε σε κλαριά,

παρά σε Τούρκου χέρια και ξεψύχησε.

 

 ΒΙΝΤΕΟ

Ο ΔΙΓΕΝΗΣ ΨΥΧΟΜΑΧΕΙ ΝΙΚΟΣ ΞΥΛΟΥΡΗΣ_PC.avi (5,5 MB)

 

 TO MIKRO BLAXOPOYLO.avi (2,1 MB)